Τα αρχικά B.A.R.F. αντιστοιχούν στο Biologically Appropriate Raw Food, το οποίο σημαίνει Βιολογικά Κατάλληλη Ωμή Τροφή. Αποτελείται κυρίως από ωμό κρέας, οστά και εντόσθια, τα οποία συνοδεύονται από ποικιλία λαχανικών, δημητριακών, φρούτων, ελαίων και καρπών, προκειμένου να επιτευχθεί ένα πλήρες και ισορροπημένο θρεπτικό αποτέλεσμα. Ενδεικτικά, μία σωστή συνταγή ωμής τροφής πρέπει να έχει γύρω στο 70-80% κρέας με οστό, 10-15% λαχανικά, 3-5% φρούτα και 5% έλαια, καρπούς και βότανα. Η διατήρηση της ισορροπίας ως προς τα είδη του κρέατος, των λαχανικών και των ελαίων είναι εξαιρετικά σημαντική ώστε να διασφαλιστεί η σωστή πρόσληψη θρεπτικών συστατικών από τον οργανισμό, η υγεία του ουροποιητικού συστήματος και η καλή λειτουργία του εντέρου.
Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα της ωμής διατροφής είναι η απουσία της έντονης θερμικής επεξεργασίας που συναντάμε σε όλες τις βιομηχανοποιημένες τροφές (κροκέτες/κονσέρβες). Το αποτέλεσμα είναι ότι η τροφή απορροφάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τον οργανισμό του ζώου και, χάρη στη υγρασία της, διασφαλίζει την απαραίτητη ενυδάτωση του. Με την προϋπόθεση ότι η συνταγή της ωμής τροφής είναι πλήρης και ισορροπημένη, η υψηλή απορρόφηση και η ενυδάτωση συμβάλλουν στην ενίσχυση της μυϊκής μάζας του σώματος, στην ανάδειξη της υγείας του δέρματος και του τριχώματος αλλά στην αντιμετώπιση πολλών περιπτώσεων γαστρεντερικών διαταραχών.
Ακόμα ένας λόγος να επιλέξουμε την ωμή διατροφή για το κατοικίδιο μας είναι η απουσία των προσθέτων ουσιών. Τα πρόσθετα είναι ουσίες που χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα στις βιομηχανοποιημένες τροφές των ζώων συντροφιάς, όπως τα συντηρητικά, τα αντιοξειδωτικά και οι χρωστικές ουσίες. Τα συντηρητικά και τα αντιοξειδωτικά συμβάλλουν στην παράταση της διάρκειας ζωής των προϊόντων, εμποδίζοντας την ανάπτυξη των μικροβίων και αποτρέποντας την οξείδωση των λιπαρών ουσιών. Οι χρωστικές χρησιμοποιούνται προς αποκατάσταση των φυσικών παραλλαγών στο χρώμα που προκύπτουν από την επεξεργασία των τροφών και την ποικιλία των συστατικών που χρησιμοποιούνται. Τέλος, άλλου είδους πρόσθετα χρησιμοποιούνται προς βελτίωση του θρεπτικού προφίλ των προϊόντων, το οποίο υποβαθμίζεται σημαντικά λόγω της θερμικής επεξεργασίας. Τα πρόσθετα, πριν τη χρήση τους, υπόκεινται σε αυστηρή διαδικασία έγκρισης, όπου αξιολογούνται ως προς την ασφάλεια, την αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητα τους. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ζώων που εμφανίζουν συμπτώματα δυσανεξίας στην υψηλή παρουσία προσθέτων ουσιών (όπως εμετοί και διάρροιες), με αποτέλεσμα να επωφελούνται από μία διατροφή απαλλαγμένη από αυτά.
Παρά τα πολλά θετικά χαρακτηριστικά της ωμής τροφής, ένα ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι η ασφάλεια της, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα μη θερμικά επεξεργασμένο προϊόν. Η απουσία θερμικής επεξεργασίας, εκτός από τα οφέλη, ενέχει και κινδύνους μιας και συχνά συνεπάγεται την παρουσία παθογόνων παρασίτων ή βακτηρίων. Οι ωμές τροφές πρέπει να διατίθενται μόνο σε κατεψυγμένη μορφή, διότι η κατάψυξη σε συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας-χρόνου εξυγιαίνει πλήρως το τυχόν παρασιτικό φορτίο της τροφής και αποτρέπει τον κίνδυνο μόλυνσης. Ο αποκλεισμός της παρουσίας παθογόνων βακτηρίων είναι πιο δύσκολος, διότι τα βακτήρια – σε αντίθεση με τα παράσιτα – δεν θανατώνονται μέσω της κατάψυξης. Παρόλα αυτά, εάν το κρέας προέρχεται από αξιόπιστη πηγή και κατά την παρασκευή της τροφής έχουν τηρηθεί ευλαβικά οι συνθήκες υγιεινής, ο κίνδυνος παρουσίας παθογόνων βακτηρίων μειώνεται στον ελάχιστο βαθμό.
Ένας ακόμη κίνδυνος που κρύβει μία μη ορθά παρασκευασμένη ωμή τροφή είναι η υψηλή περιεκτικότητα σε οστό ή η παρουσία τεμαχίων οστών μεγάλων μεγέθους. Η παρουσία οστού εντός της ωμής τροφής είναι απαραίτητη για την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου από τον οργανισμό και την σωστή σύσταση των κενώσεων. Το ιδανικό ποσοστό οστού είναι 8-12% επί του συνόλου της συνταγής για τις τροφές που προορίζονται για ενήλικους σκύλους και 15-18% για τις τροφές που προορίζονται για κουτάβια. Δυστυχώς, πολλές ωμές τροφές, περιέχουν υπερβολικά υψηλό ποσοστό οστού, γεγονός που ενέχει κινδύνους όπως η δυσκοιλιότητα, η ρήξη του εντέρου και δυσανάλογη απορρόφηση ασβεστίου/φωσφόρου, που οδηγεί σε μεταβολικές και μυοσκελετικές παθήσεις.
Τέλος, να διευκρινίσουμε πως αν και η δίαιτα B.A.R.F. είναι η πιο διαδεδομένη ωμή δίαιτα, δεν αποτελεί το μόνο είδος ωμής διατροφής για σκύλους. Υπάρχουν και άλλα «μοντέλα», με κυριότερο το μοντέλο της «δίαιτας λείας» ή αλλιώς “prey model raw”. Πρόκειται για το είδος δίαιτας που μιμείται τη διατροφή ενός ζώου που τρέφεται με τα θηράματα του και για αυτό αποτελείται μόνο από κρέας ολόκληρου ζώου (κυρίως κουνέλι, κοτόπουλο ή γαλοπούλα) μαζί με τα οστά και τα όργανα του. Το βασικό μειονέκτημα της «δίαιτας λείας» είναι πως, λόγω της σύνθεσης της, είναι ανέφικτο να πληρεί τις προδιαγραφές πληρότητας σε μέταλλα, λιπαρά οξέα και βιταμίνες που ορίζει η νομοθεσία για τις εμπορικές τροφές, με αποτέλεσμα η παρασκευή της να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη από μία εταιρεία ζωοτροφών.

