Τα συμπληρώματα διατροφής περιέχουν θρεπτικά συστατικά σε συγκεκριμένη συγκέντρωση, ώστε να εξυπηρετήσουν ένα διατροφικό σκοπό, όπως, πχ, η αύξηση του επιπέδου μιας βιταμίνης στην οποία το σώμα έχει έλλειψη (όπως ένα συμπλήρωμα βιταμίνης B12), η ενίσχυση της λειτουργίας των αρθρώσεων (όπως ένα συμπλήρωμα χονδροιτίνης – γλυκοζαμίνης) ή η βελτίωση της εικόνας του δέρματος (όπως ένα συμπλήρωμα Ω3 λιπαρών οξέων).
Το κατά πόσο ένα ζώο χρειάζεται συμπλήρωμα διατροφής στην καθημερινή του δίαιτα εξαρτάται από τον ίδιο τον οργανισμό και φυσικά, από τη διατροφή του. Εάν το ζώο τρέφεται με μία πλήρη εμπορική τροφή, τότε ο οργανισμός θεωρείται καλυμμένος ως τις βασικές θρεπτικές ανάγκες και, θεωρητικά, δεν χρειάζεται κάποιο συμπλήρωμα διατροφής. Εάν το ζώο δεν τρώει εμπορική τροφή, πχ εάν ο κηδεμόνας του κάνει σπιτική τροφή (ωμή ή μαγειρευτή), τότε πιθανότατα χρειάζεται να προστεθούν κάποια συμπληρώματα στη δίαιτα, μιας και είναι ανέφικτο να καλυφθούν όλες οι απαιτήσεις σε θρεπτικά συστατικά από μία ημερήσια σπιτική συνταγή. Το πόσα και ποια συμπληρώματα θα χρειαστούν, εξαρτάται από τις ελλείψεις της κάθε συνταγής.
Εδώ να σημειώσουμε πως, ακόμα όμως και αν η διατροφή του ζώου είναι πλήρης, υπάρχει η περίπτωση να υφίσταται κάποια ιδιαίτερη απαίτηση, όπως, πχ, ευαίσθητες αρθρώσεις, έντονη τριχόπτωση ή έντονη σωματική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες του οργανισμού σε κάποιο/α θρεπτικά συστατικά είναι υψηλότερες από τις βασικές και ίσως ένα συμπλήρωμα διατροφής να είναι απαραίτητο.
Τα συμπληρώματα διατροφής μπορεί να είναι πολύ χρήσιμα και ωφέλιμα για ένα ζώο, αλλά η λανθασμένη χρήση τους μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη.
Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που πρέπει να έχουμε υπόψη είναι πως δεν έχουν όλα τα ζώα τις ίδιες απαιτήσεις, που σημαίνει ότι ένα συμπλήρωμα που είναι ιδανικό για ένα ζώο, μπορεί για κάποιο άλλο να μην είναι. Επίσης, δεν είναι όλα τα συμπληρώματα ισοδύναμα. Κάποια είναι μεμονωμένα συστατικά, πχ σκέτη βιταμίνη Ε ή ψευδάργυρος, και κάποια είναι πολυβιταμινούχα, δηλαδή περιέχουν πολλές βιταμίνες και μέταλλα μαζί, σε πιο χαμηλές συγκεντρώσεις. Εάν το ζώο μας έχει μία συγκεκριμένη απαίτηση, πχ έλλειψη σε βιταμίνη Ε και εμείς του δίνουμε μία πολυβιταμίνη, τότε πιθανότατα η βιταμίνη Ε που του δίνουμε δεν είναι αρκετή και, παράλληλα, μπορεί να του δώσουμε μία άλλη βιταμίνη, πχ. βιταμίνη D, που δεν έχει ανάγκη.
Η χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής χωρίς τις αντίστοιχες ελλείψεις στον οργανισμό, συνήθως αποδεικνύεται περισσότερο επικίνδυνη παρά ωφέλιμη.
Πολλά θρεπτικά συστατικά έχουν μέγιστο όριο συγκέντρωσης στο σώμα, ώστε να μην προκληθεί τοξίκωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βιταμίνη Α, η οποία είναι μία εξαιρετικά σημαντική βιταμίνη που συμμετέχει σε πολυάριθμες λειτουργίες του οργανισμού (όραση, αρθρώσεις, δέρμα, ανοσοποιητικό). Λόγω του ζωτικού ρόλου της, τα περισσότερα πολυβιταμινούχα σκευάσματα περιέχουν υψηλή συγκέντρωση σε βιταμίνη Α, διότι συνήθως έχουν σχεδιαστεί για ζώα που δεν τρέφονται σωστά (άρα έχουν έλλειψη σε αυτή). Όμως, είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη, που σημαίνει ότι όταν δώσουμε παραπάνω από όσο χρειάζεται στον οργανισμό, θα «αποθηκευτεί» στο λιπώδη ιστό, προκειμένου να αξιοποιηθεί μελλοντικά. Με άλλα λόγια, δεν θα αποβληθεί από το σώμα, επομένως τα επίπεδα της σταδιακά θα αυξάνονται, ώσπου κάποια στιγμή θα φτάσουν στο σημείο τοξικότητας.
Ακόμα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς τον κίνδυνο της αλόγιστης χρήσης συμπληρωμάτων, είναι η προληπτική χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου στα μεγαλόσωμα κουτάβια που τρέφονται ήδη με μία πλήρη τροφή. Τα κουτάβια μεγαλόσωμων φυλών, δηλαδή τα κουτάβια με αναμενόμενο ενήλικο βάρος πάνω από 25 κιλά, ενηλικιώνονται στην ηλικία των 18 μηνών, μπορεί και 2 ετών ή παραπάνω. Εάν εμείς τους δίνουμε παραπάνω ασβέστιο από όσο χρειάζονται, ουσιαστικά αναγκάζουμε το σκελετό να αναπτυχθεί νωρίτερα από το κανονικό του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσπλασιών, διότι το παραπάνω ασβέστιο επηρεάζει και την απορρόφηση της βιταμίνης D που είναι σημαντική για τα οστά. Δυστυχώς, πολλοί κηδεμόνες δίνουν ασβέστιο διότι θεωρούν ότι θα προλάβουν τις δυσπλασίες, ενώ στην πραγματικότητα, μπορεί να προκληθεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Ένας ακόμη λόγος που η χορήγηση συμπληρωμάτων μπορεί να βλάψει τον οργανισμό ενός ζώου είναι οι αλληλεπιδράσεις των βιταμινών και των μετάλλων μεταξύ τους. Πχ, η υψηλή βιταμίνη Ε επηρεάζει την απορρόφηση της βιταμίνης Κ ή η αυξημένη θειαμίνη (Β1) επηρεάζει την λειτουργία της ριβοφλαβίνης (Β2). Επομένως, μπορεί εμείς να δίνουμε πολλά με καλή πάντα πρόθεση, ώστε να καλύψουμε 100% το ζωάκι μας, αλλά τελικά να πετυχαίνουμε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Τέλος, όταν επιλέγουμε ένα συμπλήρωμα διατροφής για το ζωάκι μας, καλό είναι να αναζητάμε κτηνιατρικό σκεύασμα και όχι ανθρώπινο. Πολλές φορές, τα ανθρώπινα σκευάσματα δεν είναι ισοδύναμα με τα κτηνιατρικά. Τα ανθρώπινα είναι σχεδιασμένα για άλλα σωματικά βάρη και για διαφορετικές θρεπτικές απαιτήσεις. Η δοσολογία πχ, των Ωμέγα 3 λιπαρών οξέων στους σκύλους και στις γάτες είναι πολύ διαφορετική από τους ανθρώπους, επομένως μία κάψουλα Ω3 λιπαρών οξέων για ανθρώπους που περιέχει τη συνιστώμενη ημερήσια δόση ενηλίκου, μπορεί για ένα μικρόσωμο ζώο να είναι τοξική. Επίσης, πολλά συμπληρώματα ανθρώπινα που είναι για παιδιά βγαίνουν σε μορφή ζελέ, που, λόγω της σύνθεσης τους, είναι τοξικά για τα ζώα.
Συνοψίζοντας, η χρήση συμπληρωμάτων μπορεί να είναι ωφέλιμη, και συχνά, απαραίτητη για τον οργανισμό ενός ζώου. Όμως, πρέπει να γίνεται πάντα με κτηνιατρική καθοδήγηση, ώστε να είμαστε βέβαιοι πως θα πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς να θέσουμε σε κίνδυνο τη συνολική υγεία του αγαπημένου μας τετράποδου φίλου.

